Greek Flashcards

Terms Definitions
Ακούω
To hear
Βλέπω
I see
Γινωσκω
I know
Γράφω
I write
Διδάσκω
I teach
Θέλω
I wish
Λέγω
I say speak
Λυω
To loosen or destroy
Ότι
That, because
Ού, Ουκ, Ουχ
Not
Πιστεύω εις + accusative
I believe (believe in)
Αδελφή, η
Sister
Αδελφός, ο
Brother
Αλήθεια, η
Truth
Βασιλεία, η
Kingdom, reign, rule
Γη, η
Earth, soil, land
Δόξα, η
Glory, honor
Εκκλησία, η
Church, assembly
Έχω
I have
Ζωή, η
Life
ημέρα, η
Day
Θάλασσα, η
Lake, sea
Καρδιά, η
Heart
Φόνο, η
Voice, sound
Ώρα, η
Hour, time
Αλλά
But
Άνθρωπος ο
Human being, person
δε
But, and
Δούλος, ο
Slave, servant
Έργον, το
Deed, work
Θάνατος, ο
Death
Θεός, ο
God
Κύριος, ο
Lord, master, owner
Λόγος, ο
Word
Νόμος, ο
Law
Οίκος, ο
House
Ουραηος, ο
Heaven, sky
Τεκνον, το
Child
υιός, ο
Son
Αγαθος
Good, noble
'Άγιος
Holy
Γαρ
For
Δίκαιος, α, ον
Righteous, just
Εσχάτως, η, ον
Last
Κακός, η,, ον
Bad, evil
Καλός, η, ον
Good, beautiful
Λαμβανω
I take, receive
Μικρός, α, ον
Small
Νεκρός, α, ον
Dead
Ο, η, το
The
Πιστός
Faithful, believing
Πονηρός
Wicked, evil
Προτος, η, ον
First
o άγγελος
Angel
Από
From (gen)
Βαλλω
I throw, put, place
Δια
Through (gen) for the sake of, because of (acc)
Εις
Into, to, against (acc)
Εκ, εξ
Out of, by (gen)
Εν
In (dat)
η ερημος
Desert -feminine ος
Ο κόσμος
World
Ο λίθος
Stone
o Μαθητής
Disciple
Μένω
I remain, I stay
Μετά
With (gen), after, behind (acc)
η οδός
Way, road - feminine ος
Πεμτω
I send
Περί
About, concerning (gen), around (acc)
Προς
To, toward (acc)
ο Προφήτης
Prophet
Άλλος
Other
Αποστελλω
I send
Βαπτίζω
I baptize
Εγείρω
Ι raise up
η Ειρήνη
Peace
εκείνος
That
η εζουσια
Authority
ευρισκω
I find
κρίνω
I judge
Ουη
ΤHereford, consequently
Ουτος, αυτη, τούτο
This
ούτως
Thus, so
Το πρόσωπον
Face
ο ´αμαρτωλός
Sinner
αποκρίνομαι
I answer + dat
άρχω
I rule (active) I begin (middle)
γίνομαι
Become, be, happen, arise, come, appear
διέρχομαι
I go through
δύναμαι
I can, I am able
εισέρχομαι
I go, I enter
εξέρχομαι
Ι go out
έρχομαι
I come, I go
ουδέ
and not, nor, not even
πορεύομαι
I go, walk, travel, live
σύν
With (+ dat)
´υπό
by - with passive + gen
η χάρη
Grace
ο πατρός
Father
o φίλος
Friend
αθανατος
Immortal
άγω
I lead
αίρω
I take up, tAke away, lift up
αναβαίνω
I go up
απέρχομαι
I depart, go away
αποθνήσκω
I die
αποκτείνω
I kill
το ´ιερόν
Temple
καταβαίνω
I go down
μέλλω
I am about to, am going to
οφείλω
Ι owe, ought, must
παρά
From (gen), beside, with, among (dat), by, along (acc)
συνάγω
I gather together
´υπέρ
Ιn behalf of (gen), above (acc)
Αλλότριος
Foreign, strange
η βοήθεια
Help
βορρά
The north
ο διάβολος
Devil
ιδού
Behold
μόνος
Alone, only
πάλι
Again
η προσευχή
Prayer
τυφλός
Blind
φοβάμαι
ι fear
αμήν
Amen
το βιβλίον
Book
το δαιμόνιον
Demon
δέχομαι
I receive, accept
επί (gen)
On, upon, over
επί (dat)
On, at, in addition to
επί (acc)
Over, toward, for
Έτι
Yet, still
θεραπεύω
I heal, serve
μεν ... Δέ
On the one hand, on the other, but
ούτε
Νeither, nor
ο οφθαλμός
Eye
τέ
And
ο τόπος
Place
τότε
Then
η δύναμη
Power
ανοίγω
I open
γενήσομαι
I will know (fut of γινώσκω)
γνώσομαι
I will know (fut of γινώσκω)
διδάξω
I will teach
διδάσκαλος
Teacher
δοξάζω
I glorify
ει
If, whether (+ indicative)
ελεύσομαι
I will come (fut of έρχομαι )
λήμψομαι
I will take, receive λαμβάνω
Νυν
Now
άξιος
Worthy
η γυναίκα
Wife
δεί
It is necessary (plus infinitive)
η δικαιοσύνη
Righteousness
εκεί
There, to that place
ήδη
Already
ο θρόνος
Throne
ίδιος
One's own
το ιμάτιον
Garment
η κεφαλή
Head
όλος
Whole
αγαπάω
Ι love
η αγάπη
Love
πάθος
Suffering
πολλά πολλοί
Many things people
ώς
Like, about
είδον
I saw 2nd aorist βλέπω
είπον
I said 2 nd aorist λέγω
ήλθον
I came, went second aorist έρχομαι
ήνεγκα
I brought, bore, carried second aorist φέρω
ο οίνος
Wine
το σημείου
Sign, miracle, portent
Το Αίμα -ατος
Blood
ο αιών, αιώνος
ΑGe, world
ο ανηρ, ανδρός
Man, husband
ο αρχον, αρχοντος
Monarch, ruler
η γυνη, γυναίκος
Woman, wife
το θέλημα, θεληματος
Will
η νύξ, νυκτος
Night
το όνομα, ονόματος
Ναμε
το πνεύμα, πνεύματος
Spirit
το ρήμα, ρηματος
Word
η σαρξ, σαρκος
Flesh
Το σπερμα, σπέρματος
Seed, offspring
το στόμα
Mouth
το σομα
Body
το θελήματος
will (of God)
η ελπις, ελπίδος
hope
καθὠς (183)
just as, as
καρποφορέω (8)
to bear fruit
αυξάνω (23)
to grow, to cause to grow
μανθάνω (25)
to learn
ῖνα (671)
so that, in order that
η σύνεσις
understanding, lit. running together or coming together
το κράτος (12)
strength, might
ο κλήρος (12)
a lot, portion, inheritance
η μερίς (5)
a part
η ἄφεσις, εως (12)
pardon, forgiveness, remission
o προτότοκος
first-born
η κτίσις
creation, all created things
η μήτηρ, μητρος
mother
ο πατηρ, πατρός
father
o ποὐς, ποδὀς
foot
η συναγωγἠ
synagogue
η χεἰρ, χειρός
hand
η θύρα
door
η φυλακή
prison
η ευδοκία
pleasure, good will, satisfaction
το ὰἰμα
blood
ο σταυρὀς -ου
cross
o ποταμός -ou
river
η έχθρα
enmity, hatred
η διἀνοια -ας
mind, understanding
αμώομους (9)
blameless, lit. "without blemish"
ανεγκλήτος (5)
irreproachable, not able to be charged
η θύρα
door
η θυλακή
prison
το πάθημα
that which befalls, a suffering, affliction (cf. παθος)
το υστερήματα
that which is lacking, deficiency
η ολίψις
sufferings, afflictions (του Χριστου)
η οικονομία
administration, management
το μυστήριον
mystery
η γενεά
race, stock, generation, ages
το πλοῦτος
wealth, abundance
τέλειον
mature, complete
η γλῶσσα
tongue, language
το παιδίον
infant, young child
η κὠμη
village
η εντολή
ordinance, injunction, commandment
/ 229
Term:
Definition:
Definition:

Leave a Comment ({[ getComments().length ]})

Comments ({[ getComments().length ]})

{[comment.username]}

{[ comment.comment ]}

View All {[ getComments().length ]} Comments
Ask a homework question - tutors are online